ἐρευθέδανον

ἐρευθ-έδᾰνον, τό,
A madder, Rubia tinctorum, Hdt.4.189 ; of the wild form, Rubia tinctorum, Thphr.HP9.13.6, Dsc.3.143 (ἐρευθέδανος ῥίζα Ps.-Dsc. ibid.) : hence, dye made therefrom, PHolm.26.36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρευθέδανον — madder neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθεδάνου — ἐρευθέδανον madder neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρευθεδάνῳ — ἐρευθέδανον madder neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • RUBIA — a Graeco Auctore, apud Salmas. ad Solin. p. 1165. cum radicula Syriaca, ex qua mulieres olim genis rubro fucandis medicamentum conficiebant, confunditur; cum et ipsa tingat: sed diversam ab illa esse, habet d. l. Vide quoque supra in voce… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ερυθρόδανο — το (AM ἐρυθρόδανον και ἐρευθέδανον Α και ἐρυθρόδανος, ἡ Μ και ἐρυθρύδανον, τό) 1. το φυτό ερυθρόδανο το βαφικό, ριζάρι, τής οικογένειας ρουβιίδες, από τη ρίζα τού οποίου έπαιρναν κόκκινη χρωστική ουσία 2. το κόκκινο χρώμα τής ρίζας τού φυτού.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.